Περίεργο πράγμα που είναι η μνήμη

Με κάλεσε ένα φιλικό ζευγάρι για καφέ, κάθίσαμε στην βεράντα τους στον τρίτο σε ψάθινες καρέκλες ανάμεσα σε γιασεμιά, και τα λέγαμε που είχαμε καιρό.

Σηκώθηκε η κοπέλα να ποτίσει λίγο τα φυτά κάτω από την τέντα και μοσχοβόλησε ο τόπος από ένα συνονθύλευμα νωπού χώματος, γιασεμιού και φροντίδας. Χάθηκα για λίγο σε μια από αυτές τις σκέψεις που παίρνουν μόλις μερικά δευτερόλεπτα, ίσα ίσα να φανεί πως ταξιδεύεις, μα η ιστορία που ανακαλείς έχει την διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής.

Περίεργο πράγμα που είναι η μνήμη.

Θεά ολόκληρη και έτσι λατρεύονταν πριν ξεχαστεί ακόμα και αυτή, σαν την κυρία Ανδριάνα την γειτόνισσα στο διπλανό διαμέρισμα του σπιτιού που μεγάλωσα, χαμένη σαν ένας Ταρζάν στην ζούγκλα του μπαλκονιού της με ένα λάστιχο.

Ντανρντανογυναίκα η κυρία Ανδριάνα, μια κόρη μεγάλωνε με τον άνδρα της που κάναμε παρέα συχνά ως γειτονάκια, σπίτι της έβλεπα συχνά κινούμενα σχέδια τις ώρες που τα κατά πολύ μεγαλύτερα αδέλφια μου παρακολουθούσαν τις δικές τους εκπομπές. Σαν φύγαμε για ένα χρόνο στην Χαλκιδική που είχε πάρει μετάθεση ο πατέρας μου, το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι ήταν αυτή να μου δίνει δώρο να πάρω μαζί μου τον Λιούι. Όχι τον Ντιούι ή τον Χιούι.

Τον Λιούι.

Ακόμα τον έχω. Κάπου θαμμένο, ένας μικρός σελιδοδείκτης της μνήμης που μπήκε άθελά του εκεί, χωρίς δική μου επιλογή.

Γυρίσαμε από εκεί, τρίτη ή τέταρτη δημοτικού πήγαινα και είχα ακούσει για τον καρκίνο, δίχως ιδιαίτερες λεπτομέρειες, δεν ήξερα όμως κάποιον που να έχει. Από την μάνα μου το έμαθα, της το είχε πει, δεν θυμάμαι που ακριβώς, δεν το επέτρεψε η μνήμη, θυμάμαι μόνο που δεν ήθελα να πεθάνει η κυρία Ανδριάνα.

Θυμάμαι πόσο δεν το ήθελα. Και θυμάμαι πόσο ήθελα να της το πω.

Περιτριγυρισμένη από γιασεμιά με ένα λάστιχο στο χέρι, τέντωσε το άλλο στο τοιχάκι που χώριζε τα μπαλκόνια μας και μου χάιδεψε το πρόσωπο που της το είπα. Κάτι για την ελπίδα της είπα, δεν θυμάμαι ακριβώς τι, θυμάμαι μόνο το άγγιγμα της που ήταν σαν της μάνας μου που είχε πεταχτεί στο σούπερ μάρκετ.

Περίεργο πράγμα που είναι η μνήμη.

Άγιο με έκαναν οι γονείς μου να πάω μαζί τους στην κηδεία της, μου είπαν πως έτσι πρέπει, όμως δεν πήγα, δεν θυμάμαι ποια ήταν η δικαιολογία μα κάθισα σπίτι μας έξω στο μπαλκόνι και μύριζα τα γιασεμιά με εκείνο το μπλε καπέλο του Λιούι στο κεφάλι μου που μου είχε κάνει δύο χρόνια πριν δώρο ο πατέρας μου, όχι του Χιούι ή του Ντιούι.

Του Λιούι.

Το θυμόταν αυτό η κυρία Ανδριάνα, το έλεγα σε κάθε ευκαιρία όταν καμάρωνα για το δώρο του πατέρα μου, πόση εντύπωση μου είχε κάνει όταν μου έδινε με χαμόγελο το κουκλάκι πριν πούμε τα αντίο μας δίπλα στο ασανσέρ λίγα μόλις χρόνια πριν πεθάνει.

Περίεργο πράγμα που είναι η μνήμη, που θάβει ζωντανούς και ανασταίνει του νεκρούς για τους πιο σοβαρούς ή ασήμαντους λόγους μέσα σε μια ζούγκλα από γιασεμιά.

από το Facebook profile Όχι Δεν Είσαι Μισογύνης